Πολιτισμός

"εκθέσεις"

 Αναδρομική έκθεση Γλυπτικής του Κυριάκου Ρόκου "ΑΝΟΞΕΙΔΩΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ"

Ομιλία

Άννα Δερέκα
ποιήτρια δημοσιογράφος

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Νέοι Αγώνες

Γιάννενα 12.05.08

 

Ξεκίνησαν τα «Ανοξείδωτα Ταξίδια» του Γλύπτη Κυριάκου Ρόκου

 

     Εκλεκτό το ακροατήριο της Δευτέρας, 12ης Μαΐου στην αίθουσα «Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος» της  Ζ.Π. Ακαδημίας.
Και το λέω, εκ του αποτελέσματος! Και το γράφω σκεπτόμενη την σιωπή την ατμόσφαιρα, το ψυχικό ρευστό που έρεε μέσα στον χώρο που ανέπνεαν γλυπτά και άνθρωποι.

     Έξω να μοσχοβολάει ο Απρίλης ακόμη, ως να μην έφυγε, και να λαμπυρίζει ο Μάης, ενδεχομένως από αγαλλίαση για τη μέγιστη προσφορά. Και  μέσα στην Ακαδημία τα μικρά σύνολα μιας γεωτρήσεως στην καρδιά της άνοιξης. Της ορυκτής άνοιξης του Ρόκου – πάνω σε ξύλα, πέτρες και χαρτιά – επιπλέει αιθεροβάμον προς την καρδιά του αθώου πανικού:
Η μητριαρχία του χάους εν πλώ στα σχέδιά του, και το νεανικό σφρίγος των αντρικών δακτύλων, ως έντομον εμβολιάζει την όραση και την λανθάνουσα μνήμη και αγαλλιάζετε το Άγιον Προαύλιον του έρωτος.


Εγκαινιάζονται γλυπτά και σχέδια με κόσμο, με φίλους, με ομιλητές: 
Άννα Δερέκα ποιήτρια δημοσιογράφος, Γιάννης Παπαϊωάννου ιστορικός  Τέχνης.


     Ποια συγγραφική ηθική έχει, αλήθεια, ένα κείμενο γλώσσας που αναφέρεται σ’ ένα κείμενο εικόνα; Πώς να ελεγχθεί η αναλογία εκφραστικών τρόπων ανάμεσα στην γραφόμενη γλώσσα και την ζωγραφική – γλυπτική, η σχέση του συγγραφέα – δημοσιογράφου μ’ αυτά τα σημειωτικά συστήματα και ειδικότερα η συγκινησιακή του συσχέτιση με την γλυπτική στην οποία αναφέρεται; Σίγουρα, ένα κείμενο γλώσσας, όταν μιλά για έναν γλυπτικό κόσμο, είναι αναγκαστικά γεμάτο από αξιωματικές επιλογές. Αυτή η απόπειρα είναι ακόμα δυσκολότερη όταν η γλυπτική για την οποία μιλάμε είναι μια δουλειά που με επιτυχία αναδεικνύεται στους εικαστικούς κώδικες, χωρίς παρεμβάσεις άλλων μέσων. Τότε η αυθαιρεσία του Λόγου είναι περισσότερη, καθώς θέλει να παραφράσει μιαν άλλη γλώσσα, οργανικά αυθύπαρκτη, ζωντανή, δυνατή.
     Κάποτε, ωστόσο, μια τέτοια απόπειρα είναι αναπόφευκτη. Πώς να μείνεις χωρίς δυνατότητα προσωπικής εκδήλωσης και τοποθέτησης μπρος σε μια τέχνη τόσο παρορμητική και λειτουργική, όπως η γλυπτική του Κυριάκου Ρόκου;
Απόγευμα Δευτέρας 12ης Μαΐου, ώρα 8.30 μ.μ. Ανοίγω τα χαρτιά μου στο βήμα:

     Η τέχνη ενδίδει σαν γυναίκα που κουράστηκε να τη φλερτάρουν ηλίθιοι. Τώρα στέκεται άλαλη και απορημένη στο επίκεντρο μιας εποχής σαρωτικής και χρυσής από πολλές απόψεις, λεηλατημένη από τη μόδα, το lifestyle και την κοσμικότητα.
Ξέρω ότι δεν γεννιούνται κάθε μέρα μεγάλοι καλλιτέχνες και ότι για να δημιουργηθεί ένα σπουδαίο έργο τέχνης (που είναι ο ανθός της ανθρώπινης δημιουργίας) πρέπει πολλά μαζί πράγματα να δουλέψουν:  η κοινωνία, η τύχη, η ανάγκη, μια αστραπή στο DNA, ένα ιδιάζον πείσμα στον τρόπο που παρασέρνει τα σύννεφα ο άνεμος ένα συγκεκριμένο πρωί.
Πώς το λέει αυτό, ο Κυριάκος; «Ν’ αγαπάω και να σέβομαι, ό,τι γεννιέται από ανάγκη. Το αν θα μεταμορφωθεί σ’ έργο τέχνης αυτό εξαρτάται από το αεράκι…».
     Είναι ήδη πολύ το ότι στην εποχή μας υπάρχουν πέντ’ έξι, που καταφέρνουν να υποστασιοποιούν δικούς τους κόσμους και μέσα σ’ αυτούς τους κόσμους να μπορεί να μπει ένας απλός άνθρωπος, των Ιωαννίνων ή του Βερολίνου, να κλάψει, να καταλάβει τον εαυτό του και να παρηγορηθεί.
     Όμως ποτέ δεν υπήρχε τόση σύγχυση ως προς το τι είναι πρώτο και τι δεύτερο. Υπάρχει ένα ποδοκύλισμα, ένα δήθεν αναρχικό πανδαιμόνιο κοασμάτων, όπου ο κάθε νωθρός άνθρωπος προβάλλεται περίπου  ως Ρεμπώ, επειδή η μπλόφα του έχει καλές δημόσιες σχέσεις ή ενδεχομένως συγκινεί μερικούς κοσμικούς. Όσο πιο κουφό και εξυπνακίστικο είναι ένα έργο τόσο πιο αβασάνιστα επαινείται από τη μαφία της σύγχρονης τέχνης – η οποία βεβαίως φροντίζει  να ξεκοκκαλίζει τα φιλότεχνα νούμερα της Εκάλης.
     Μου έλεγε ο Κυριάκος «Μακάρι να μπορούσε το κράτος να αγοράζει τα έργα των καλλιτεχνών, έτσι ώστε να έχουν κι αυτοί τη δυνατότητα να ζουν στοιχειωδώς. Τώρα ναι.  Είμαι αναγκασμένος να πουλάω σ’ αυτούς που, νεόπλουτοι όντες, άκουσαν ότι υπάρχει και γλυπτική και βάζουν τα έργα μέσα σε δωμάτια, τα κλείνουν και τα κρύβουν από τα μάτια του κόσμου. Αλλά μου αρέσει να χαρίζω και στους ανθρώπους εκείνους που δεν έχουν χρήματα, όταν έρχονται στο ατελιέ μου και ερωτεύονται κάποιο έργο μου».
     Έχει χαθεί η γεύση των πραγμάτων, οι αξίες συμφύρονται με τις ακαθαρσίες – και όλα αυτά βεβαίως αποκαρδιώνουν και τον πιο καλοπροαίρετο άνθρωπο.
     Φροντίζω να μην ξεχνώ ότι μόλις πριν από λίγα χρόνια η ηλιθίως  ρομαντική Ελλάδα θαύμαζε τη μουσική ρίμα του Ραγκαβή και του Σούτσου, ενώ μετά βίας ανεχόταν την προβληματική, δίχως ομοιοκαταληξία, ξερή και ανορθόδοξη ποίηση του Καβάφη. Ξέρω ότι τα δυνατά καινούρια πράγματα έρχονται μέσα από την ανατροπή, το σοκ, τα λάθη που ευνοήθηκαν από τη στιγμή και την έμπνευση. Αλλά αυτά προϋποθέτουν μυαλό, καρδιά και ψυχική διαθεσιμότητα.
     Αν και δεν με κάνει καθόλου ευτυχισμένη το γεγονός, δεν πηγαίνω πια στις αίθουσες τέχνης των Αθηνών. Ξέρω ότι δεν έχασε η Βενετιά βελόνι. Αλλά στο μέλλον θα χάσει. Κανένας απλός άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται πια για τη σύγχρονη τέχνη, η οποία ολοένα γίνεται ένα αυτιστικό ιδιοσύστημα που μαραζώνει.
     Μου έλεγε ο Κυριάκος σε μια συνέντευξη που κάναμε το 2005, πώς όταν έγινε στο Βερολίνο η έκθεση Μητρόπολις, εμείς εδώ γράφαμε διθυραμβικά σχόλια για μερικές ελληνικές παρουσίες, ωστόσο, έξω οι Γερμανοί ρωτούσαν πού πήγαν τα λεφτά του Δημοσίου. Γιατί υποστηρίχθηκαν με τα χρήματα του Γερμανού πολίτη παρουσίες ξεπερασμένες.
Βαρέθηκα να επιτίθεμαι στην τέχνη για να δείξω πόσο την αγαπάω.

     Παρασκευή 9 Μαΐου. Πρωί. Μπαίνω στην Ακαδημία. Κι είναι σαν να μπαίνω σε Αρχαίο Ειδωλολατρικό ναό γκρεμισμένο. Τα βάθρα στις θέσεις τους και οι θεότητες τα γλυπτά στο πάτωμα. Σαν αποκαθήλωση. Άλλα δίπλα στα βάθρα τους, άλλα ξαπλωμένα στο δάπεδο:  Ανοξείδωτα ταξίδια!
     Ταξίδι σημαίνει ο κάθε δρόμος που σε πηγαίνει στην άκρη του εαυτού σου.
     Όταν πρωτοβλέπεις τα γλυπτά του Ρόκου, πέφτεις απ’ το ένα αίνιγμα στο άλλο, αλλεπάλληλα, σαν να τρυπάνε όλα τα πατώματα – αλλά κάτι σε κρατάει κοντά τους, μυστικά. Πέφτεις όχι στην άβυσσο. Αλλά σε έναν κόσμο κυριολεξίας του πόνου των ανθρώπων, πρωτοφανούς, κεντημένα με νεράκι ασήμι – απ’ όπου επίσημα, έχει παραλειφθεί το κεντρικό νόημα, έχει σβηστεί συνειδητά το κέντρο.
     Περνάω δίπλα από τις κρεατομηχανές του.  Ήταν τυχαίο, που ήρθα λίγα λεπτά μετά  τα γλυπτά στον χώρο;
     Ο Κυριάκος με πλησιάζει με λίγα λόγια όπως πάντα. Αλλά «με μάτια σαν το σέρι στο ποτήρι, που αφήνει ο επισκέπτης». Κι έπειτα χάνεται γύρω από τα γλυπτά του. Τ’ αγγίζει, τα μετακινεί. Βλέπω τα χέρια του. Πόσες ώρες δουλειάς με τα χέρια;  (Έχει σημασία πρώτη αυτό το: δουλειά με τα χέρια – μην το περνάτε απρόσεχτα!): Χιλιάδες ώρες δουλειάς με τα χέρια! Και τα χέρια είν’ ο νους – ή δεν το μάθαμε ακόμα; Τα χέρια, η κίνησή τους, η πλάση απ’ αυτά των πραγμάτων, είν’ όλος ο όποιος νους! Κι απόδειξη – μνήμη βιολογική:  τα χέρια του ρήτορα, τα δάχτυλα του αληθινά σκεπτόμενου, τα χέρια της αγάπης πάνω στα μαλλιά, στο πρόσωπο, στο κορμί τ’ αγαπημένο, τα χέρια του γιατρού, του χειροπράκτη, του μάγου και τα χέρια του ζωόφιλου στη ράχη του ζώου, τα χέρια του ρυθμού του τραγουδιού, τα χέρια τ’ ανεξήπνητα των κούρων, τα χέρια του κάθε κινήματος για ναι! για όχι! για τώρα! γι’ αμέσως! για ό,τι κι αν πεις, κι αν σκεφτείς κι αν θελήσεις, κι αν είσαι, κι αν γίνεσαι αν ποτέ καταφέρεις να πλάσεις ζωντανό δικό σου μες στον κόσμο ορθό κι αυτοδύναμο απ’ την πλάση του κι ύστερα.
Ε, αυτά τα χέρια – πούναι πυρηνικά, όλο ο νους – τα δούλεψε άγρια, σ’ όλων των ειδών τις πλάσεις και τις εκφάνσεις, έξω απ’ όλα τα μαντριά και τις φονικές «στρούγγες»! Τα δούλεψε με μανία – δηλαδή σκέφτηκε με μανία – πάνω σε χίλιω λογιώ. Ο Κυριάκος σκέφτεται πρωτεϊκά, με τα χέρια!
     Τον παρακολουθώ να προσπαθεί να βάλει τα γλυπτά πάνω στα βάθρα. Μια δύναμη τον θρέφει – η δύναμη που μέσα από τον πράσινο μίσχο σπρώχνει το λουλούδι. Δεκάδες πράσινοι μίσχοι δουλεύουν για να δημιουργηθεί ένα λουλούδι.
Από πού πηγάζει το ατέλειωτο τραγούδι των Ηπειρωτών για  την πέτρα, τα ποτάμια, τις πηγές και τις  βουνοκορφές; Πού βρίσκει δύναμη το κλαρίνο του Πετρολούκα και ντύνει με ζήλο αμείωτο τις λύπες και τις χαρές; Πώς γίνεται παιδιά αμούστακα, ακόμα, να συνθέτουν με τρόπο σπάνιο τα ηχοχρώματα των πολυφωνικών τραγουδιών; Πώς ένας κοσμογυρισμένος διανοούμενος Ηπειρώτης δονείται και δονεί τους γύρω του και, χορεύοντας, ακολουθεί αρχέγονα χνάρια; Πώς γίνεται η φύση να σε κάνει να νιώθεις μικρός και μέγας ταυτόχρονα;
     Γιατί οι Ηπειρώτες, πολυταξιδεμένοι στα μήκη και στα πλάτη της γης, επιστρέφουν πάντα εδώ;
     Γιατί ο Κυριάκος Ρόκος φέρνει το έργο του, δουλεμένο στην Αθήνα, πίσω στον τόπο του;
Αέναο ταξίδι στο χθες, στο σήμερα, στο αύριο, με τη ματιά ενός Ηπειρώτη που δονείται από αγάπη και νοσταλγία, για την πόλη όπου γεννήθηκε, από σεβασμό στην Ιστορία, από χρέος, από έγνοια για το αύριο του τόπου που τον γέννησε…
Μια μακρόχρονη φιλία δεν είναι πάντα, ο αλάθητος σύμβουλος για μια κριτική ενατένιση ενός έργου τέχνης. Συναισθηματικές καταβολές μπορούν να θολώσουν την αντικειμενική κρίση και να αμαυρώσουν τον έπαινο.

     Όταν όμως η φιλία αυτή δέθηκε σε φτερουγίσματα της τέχνης, στη πολύχρονη βάσανο της καλλιτεχνικής πρακτικής – η λέξη «δημιουργία» έχει πολύ κακοπάθει στις μέρες μας – τότε μπορεί κανείς άφοβα να σταθεί μπροστά στο έργο ενός φίλου, θαυμαστής συνάμα και κριτής, με άδολη την όραση και καθαρή τη σκέψη και να τονίσει τον δίκαιο έπαινο, όπως τον αξίζει ένα έργο ζωής, σαν το  έργο του Κυριάκου Ρόκου που παρουσιάζεται από τη Δευτέρα 12 Μαΐου έως και τις 12 Ιουνίου, στον εκθεσιακό χώρο της αίθουσας «Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος» της Ζ.Π. Ακαδημίας.
Παρουσιαστές του έργου την ημέρα των εγκαινίων, η ποιήτρια – δημοσιογράφος Άννα Δερέκα αρχικά και στη συνέχεια ο διδάκτωρ Ιστορίας της Τέχνης Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου.
     Συνεχίζοντας σήμερα τη χθεσινή παρουσίαση εκείνης της εκλεκτής πραγματικά βραδιάς, δημοσιεύω το υπόλοιπον των ομιλιών, θεωρώντας πώς στένονται και έτσι αποσπασματικά, δίνοντας την ευκαιρία της συμμετοχής σε όσους δεν κατάφεραν να παραβρεθούν, και αγαπούν τον γλύπτη, ξεκινώντας – συνεχίζοντας τον λόγο της Άννας Δερέκα:

     «Αγωνίζομαι να διαβάσω κάτι γραμμές χαραγμένες στην πέτρα. Είναι  μια ποίηση της περιφέρειας σπασμένη όπως τα αρχαία αγάλματα, που μέσα από τις λεπιδιές του νοήματος μπορείς να δεις τα πάντα – σχεδόν τα πάντα. Μια ποίηση της πέτρας γραμμένη με λειασμένα γράμματα, σαν κόκαλα που τα’χει γλύψει η θάλασσα.
     Γράψανε πώς κάνει κοινωνική γλυπτική. Δεν ξέρω. Για μένα είναι αινίγματα που τα λύνουν τα σπλάχνα μας αντί για εμάς, με αργή ζύμωση της ποίησής τους μέσα μας.
     Φανερώνονται ή μάλλον καθαρίζουν απ’ τον αραχνώδη ιστό τους, απ’ τον λευκό γρίφο τους μέσα στον χρόνο, την ακριβή τους ποίηση. Συγκρατημένα και ψυχρά, αφήνουν τις ημιτελείς χειρονομίες ημιτελείς, την ειρωνεία αναπάντητη, διατηρούν την αμφισημία της ανοιξιάτικης ψύχρας που πνέει πάνω απ’ όλα του τα γλυπτά. Τα αποσπασμένα κομμάτια του βράχου, παραμένουν απόκρηΜνα, η έκσταση ελεγχόμενη – υπάρχει ακόμα και η δροσιά του τόπου, που ζούσε ο βράχος.
Ρίχνω μια τελευταία ματιά, καθώς κοντοστέκομαι στην έξοδο. Δεν ξέρω άλλο τρόπο να καθαρίσω τη ζωή μου από την ελεεινή επικαιρότητα. Όταν η καθημερινότητα κακοφορμίζει, βάζεις φωτιά ή στρέφεσαι στο πνεύμα.
Να πάω στην εφημερίδα. Να γράψω δύο λόγια για την ημέρα των εγκαινίων. Το χρωστάω. Άσπρο χαρτί. Το ακατάστατο γραφείο και η θέα στον πίσω, μυστικό μου κήπο.
     Κάθε πού πάω να γράψω για πράγματα που με πονούν, με ξαναπιάνει εκείνη η παιδική επιθυμία αν βάλω κάτω το χαρτί και ν’ αρχίσω να σέρνω γραμμές – μουντζούρες δηλαδή -, έτσι μουντζούρες χωρίς κανένα έλεγχο. Με τυραννάει ακόμη εκείνη η σκοτεινή παιδική αφέλεια μερικές γραμμές και να τελειώνω με τούτο το βάσανο. Κάπως έτσι νιώθω κι όταν καλούμαι να μεταφέρω το βίωμά μου από κάτι που με αγγίζει. Είμαι σχεδόν σίγουρη από τα πριν πώς με κανένα τερτίπι δεν μεταφέρεται στο χαρτί το ψυχικό ρευστό που ρέει πίσω από την επιφάνεια ή μέσα στο γλυπτό.
     Αυτή η αίσθηση του απερίγραπτου ψυχικού ρευστού που κυλά σιωπηλό κι ακατανόητο, είναι που με κατέχει βλέποντας τα σχέδια και τα γλυπτά του Κυριάκου Ρόκου. Κοιτάζοντας τα έργα του επιστρέφω – μ’ ένα τρόπο μοναδικό – σ’ ένα βίωμα οδυνηρό και άγιο. Στα απομεινάρια της μνήμης, που διαστέλλονται και σημαίνονται μέσα στο φως μ’ ένα τρόπο σπαραχτικό.
Η τάξη με τα βαριά ξύλινα θρανία στη σειρά. Οι μαθητές σκυμμένοι πάνω από τις κόλλες. Περίοδος εξετάσεων. Και ο Κυριάκος εκεί. Μονίμως 5 στα Γαλλικά. Δεν ήξερε τι να γράψει και σχεδίαζε πάνω στην κόλα.
     «Και έρχεται εκείνος από πάνω μου. Ήτανε ο καθηγητής μας στα Γαλλικά Αρσένης Γεροντικός! Έσκυψα να φάω τη σφαλιάρα. Έσκυψε και κείνος και μου ψιθύρισε στ’ αφτί: «Συνέχισε!», «Συνέχισε Κυριάκο».
     «Συνέχισε!»: Είναι η μόνη εντολή που υπάκουσε ο Κυριάκος Ρόκος.


Το Νερό μαθαίνεται απ’ τη δίψα. Η έκσταση από την οδύνη. Τα πουλιά απ’ το χιόνι. Και ο Ρόκος απ’ την πέτρα».


αριθμός επισκεπτών
    --